γλήχων

γλήχων, [dialect] Dor. [full] γλάχων, ,
II γ. ἀγρία, = καλαμίνθη 11, Ps.-Dsc.3.35; = δίκταμνον, ib.32.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλήχων — η (Α) βλ. βληχώνι …   Dictionary of Greek

  • γλήχων — βλήχων pennyroyal fem nom/voc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλήχων' — γλήχωνα , βλήχων pennyroyal fem acc sg (ionic) γλήχωνι , βλήχων pennyroyal fem dat sg (ionic) γλήχωνε , βλήχων pennyroyal fem nom/voc/acc dual (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχώνι — το και βληχούνι και γληχώνι (AM βλήχων, η, Α και βληχώ, οῡς, η και γλήχων, ωνος και γληχώ, οῡς, ιων. τ. και γλάχων, ωνος και γλαχώ, οῡς δωρ. τ., Μ και βλήχων, ωνος, ο) το φυτό ηδύοσμος ο γλήχων (mentha pulegium), το φλησκούνι. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης… …   Dictionary of Greek

  • γληχούνι — και γλεχούνι, το το φυτό ηδύοσμος ο γλήχων, μίνθη η πολιά, φλησκούνι. [ΕΤΥΜΟΛ. < *γληχώνιον, υποκορ. τού αρχ. γλήχων* (πρβλ. βληχώνι και βληχούνι < μτγν. βληχώνιον, υποκορ. τού αρχ. βλήχων)] …   Dictionary of Greek

  • Ancient Macedonian language — For the unrelated modern Slavic language, see Macedonian language. language name=Ancient Macedonian region=Macedon ( extinct language ) extinct=absorbed by Attic Greek in the 4th century BC familycolor=Indo European fam2= possibly Greek… …   Wikipedia

  • Antiguo idioma macedonio — Este artículo trata del idioma usado en la antigüedad. Para el idioma eslavo moderno, no relacionado, véase idioma macedonio y para su antepasado, véase Antiguo eslavo eclesiástico. Antiguo macedonio ? Hablado en Reino de Macedonia Región Sureste …   Wikipedia Español

  • Kykeon — Demeter trinkt den Kykeon der Metaneira und wird von Askalabos verspottet (Gemälde von Adam Elsheimer, 1562). Kykeon (griechisch κυκεών ‚Gemisch‘, ‚Gemenge‘ von κυκάω ‚mischen‘, ‚rühren‘) war im antiken Griechenland ein Mischtrank aus… …   Deutsch Wikipedia

  • βλέπω — (AM βλέπω) 1. διαθέτω την αίσθηση της όρασης 2. έχω την ικανότητα να βλέπω 3. στρέφω το βλέμμα, κοιτάζω 4. προσέχω με το βλέμμα 5. προσέχω, είμαι προσεκτικός μήπως.. 6. προσέχω ν αποφύγω κάτι 7. εξετάζω 8. θαυμάζω, κοιτάζω με θαυμασμό 9. κατανοώ …   Dictionary of Greek

  • γληχωνίτης — γληχωνίτης, ο (Α) [γλήχων] κρασί αρωματισμένο με γλήχωνα …   Dictionary of Greek

  • πουλεγόνη — η, Ν χημ. οργανική ένωση, ακόρεστη μονοτερπενική κετόνη που απαντά στο αιθέριο έλαιο τού φλυσκουνίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. pulegone < λατ. (mentha) pulegium < λατ. puleium / pulegium «το φυτό γλήχων»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.